David Harvey, Αντικαπιταλιστική πολιτική τον καιρό του κορονοϊού


Αν τώρα η Κίνα αδυνατεί να παίξει ξανά το ρόλο που είχε παίξει το 2007-8, το βάρος της εξόδου από την οικονομική κρίση πέφτει στις ΗΠΑ, κι εδώ έχουμε την κορυφαία ειρωνεία: οι μόνες πολιτικές που θ’ αποδώσουν, από οικονομική όσο και πολιτική άποψη, είναι πολύ πιο σοσιαλιστικές απ’ ό,τι θα μπορούσε ποτέ να προτείνει ο Μπέρνι Σάντερς, και αυτά τα προγράμματα διάσωσης θα πρέπει να τα ξεκινήσει ο Ντόναλντ Τραμπ, πιθανότατα προτάσσοντας το κλασικό του σύνθημα, Make America Great Again. Εάν οι μόνες πολιτικές που λειτουργούν είναι σοσιαλιστικές, τότε η άρχουσα ολιγαρχία αναμφίβολα θα προσπαθήσει να τις κάνει εθνικοσοσιαλιστικές και όχι σοσιαλιστικές. Καθήκον της αντικαπιταλιστικής πολιτικής είναι να μην αφήσουμε να συμβεί κάτι τέτοιο.



Η αρχική εκδοχή του κειμένου δημοσιεύτηκε στις 19 Μάρτη 2020

με τίτλο Anti-Capitalist Politics in the Time of COVID-19. Αναθεωρήθηκε στις 22 Μάρτη.

Μετάφραση Εύη Νεοκοσμίδου, θεώρηση Σπύρος Μαρκέτος. 

Λινκ γι' αυτή την ανάρτηση εδώ: https://bit.ly/2RYO43x

Προσπαθώντας να ερμηνεύσω, να κατανοήσω και ν’ αναλύσω την καθημερινή ροή ειδήσεων, συνήθως τις κοιτάζω στο φως δύο διακριτών αλλ’ αλληλένδετων μοντέλων του πώς λειτουργεί ο καπιταλισμός. Σε πρώτο επίπεδο χαρτογραφώ τις εσωτερικές αντιφάσεις της κυκλοφορίας και της συσσώρευσης του κεφαλαίου, καθώς η χρηματική αξία ρέει αναζητώντας κέρδος μέσ’ από τις διαφορετικές «στιγμές» (όπως τις λέει ο Μαρξ) της παραγωγής, της πραγματοποίησης (ή κατανάλωσης), της διανομής και της επανεπένδυσης. Τούτο το μοντέλο βλέπει την καπιταλιστική οικονομία σαν να έχει σχήμα σπείρας που αδιάκοπα επεκτείνεται και μεγαλώνει. Όσο το δουλεύουμε γίνεται πιο περίπλοκο, για παράδειγμα αν προσθέσουμε και τα πρίσματα των γεωπολιτικών ανταγωνισμών και της άνισης γεωγραφικής ανάπτυξης, των χρηματοπιστωτικών θεσμών και της κρατικής πολιτικής, των τεχνολογικών αναδιαρθρώσεων και του καταμερισμού της εργασίας και των κοινωνικών σχέσεων που μεταβάλλεται αδιάκοπα. Θεωρώ ωστόσο ότι το μοντέλο αυτό εντάσσεται σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο κοινωνικής αναπαραγωγής νοικοκυριών και κοινοτήτων. Δηλαδή σε μια διαρκώς εξελισσόμενη μεταβολική σχέση με τη φύση (συμπεριλαμβανομένης της «δεύτερης φύσης» της αστεοποίησης και του δομημένου περιβάλλοντος) και με κάθε λογής πολιτισμικούς, επιστημονικούς -δηλαδή βασισμένους στη γνώση- θρησκευτικούς και άλλους σύντυχους κοινωνικούς σχηματισμούς, που οι ανθρώπινοι πληθυσμοί συνήθως δημιουργούν στο χώρο και στο χρόνο τους.


Αυτές οι «στιγμές» συμπεριλαμβάνουν την ενεργή έκφραση ανθρώπινων επιθυμιών, αναγκών και πόθων, τη λαχτάρα για γνώση και για νόημα, καθώς και την αέναη αναζήτηση πλήρωσης μέσα σ’ ένα πλαίσιο μεταβαλλόμενων θεσμικών διευθετήσεων, πολιτικών αγώνων, ιδεολογικών συγκρούσεων, απωλειών, ηττών, απογοητεύσεων και αλλοτριώσεων. Όλ’ αυτά μάλιστα διαμορφώνονται μέσα σ’ έναν κόσμο μ’ έντονη γεωγραφική, πολιτισμική, κοινωνική και πολιτική ποικιλομορφία. Με τούτο το δεύτερο μοντέλο ουσιαστικά προσπαθώ να συλλάβω, για τις ανάγκες της έρευνας, τον παγκόσμιο καπιταλισμό ως διακριτό κοινωνικό σχηματισμό, ενώ το πρώτο αφορά τις αντιφάσεις εντός του οικονομικού κινητήρα που κινεί αυτό τον κοινωνικό σχηματισμό οδηγώντας τον σε συγκεκριμένα μονοπάτια ιστορικής και γεωγραφικής εξέλιξης.


Με το που πρωτοδιάβασα πως ο κορονοϊός εξαπλωνόταν στην Κίνα, ήταν 26 Ιανουαρίου του 2020, αμέσως αναλογίστηκα τι επιπτώσεις θα μπορούσε να είχε στην παγκόσμια δυναμική της συσσώρευσης κεφαλαίου. Ήδη γνώριζα από τη μελέτη μου γι’ αυτό το οικονομικό μοντέλο ότι εμφράγματα και διασπάσεις της ροής κεφαλαίου φέρνουν απαξιώσεις, καθώς και ότι, όταν αυτές οι απαξιώσεις απλώνουν και βαθαίνουν, εξαπολύουν και κρίσεις. Θυμόμουν επίσης ότι η Κίνα είναι η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο, και είχε μάλιστα διασώσει τον παγκόσμιο καπιταλισμό μετά το 2007-8, επομένως κάθε πλήγμα στην οικονομία της αναπόφευκτα θα είχε σοβαρές συνέπειες για την ήδη χειμαζόμενη παγκόσμια οικονομία. 


Το υπάρχον μοντέλο συσσώρευσης κεφαλαίου ήδη είχε σκοντάψει, κατά τη γνώμη μου, σε πολλά προβλήματα. Κινήματα διαμαρτυρίας αναδύονταν σχεδόν παντού, απ’ το Σαντιάγο ως τη Βηρυτό, πολλά μάλιστα επικέντρωναν στο γεγονός ότι το κυρίαρχο οικονομικό μοντέλο δεν λειτουργεί καλά για τον πολύ κόσμο. Το νεοφιλελεύθερο μοντέλο ολοένα και περισσότερο στηρίζεται σε πλασματικό κεφάλαιο και στην τερατώδη αύξηση της προσφοράς χρήματος και δημιουργίας χρέους. Ήδη αντιμετωπίζει ανεπαρκή ενεργή ζήτηση, η οποία εμποδίζει να πραγματοποιηθούν οι αξίες που το κεφάλαιο μπορεί να παράγει. Πώς λοιπόν το κυρίαρχο αυτό οικονομικό μοντέλο με την ελλιπή του νομιμοποίηση και την εύθραυστή του υγεία, σκεφτόμουν, θα καταφέρει ν’ απορροφήσει τ’ αναπόφευκτα πλήγματα μιας ενδεχόμενης πανδημίας και να επιβιώσει; Η απάντηση εξαρτάται μάλλον από το πόσο πολύ θα διαρκέσει και θα εξαπλωθεί η διακοπή της ροής του κεφαλαίου. Τα εμπορεύματα δεν απαξιώνονται επειδή δεν μπορούν να πουληθούν, είχε επισημάνει ο Μαρξ, αλλά επειδή δεν μπορούν να πουληθούν εγκαίρως.


Ποτέ μου δεν δέχτηκα την ιδέα πως η «φύση» είναι δήθεν κάτι ξέχωρο απ’ την κουλτούρα, την οικονομία και την καθημερινή ζωή, και πως υπάρχει έξω απ’ αυτές. Προτιμώ μια μάλλον διαλεκτική και σχεσιοκρατική ανάγνωση της μεταβολικής μας σχέσης με την φύση. Το κεφάλαιο τροποποιεί τις περιβαλλοντικές συνθήκες της ίδιας του της αναπαραγωγής. Ωστόσο κάνοντάς το αυτό προκαλεί αθέλητες συνέπειες, λόγου χάρη κλιματολογική αλλαγή, με πλαίσιο μάλιστα εξελικτικούς παράγοντες αυτόνομους και ανεξάρτητους μεταξύ τους, οι οποίοι διαρκώς αναδιαμορφώνουν τις περιβαλλοντικές συνθήκες. Από τούτη την άποψη λοιπόν δεν υπάρχει αυτό που λέμε φυσική καταστροφή. Φυσικά οι ιοί μεταλλάσσονται διαρκώς. Αλλά οι συνθήκες στις οποίες μια μετάλλαξη γίνεται απειλητική για τη ανθρώπινη ζωή εξαρτώνται από ανθρώπινες ενέργειες. 


Μάλιστα διακρίνουμε εδώ δύο σχετικές πτυχές. Πρώτα πρώτα οι περιβαλλοντικές συνθήκες μπορεί να διευκολύνουν κάποιες βλαπτικές και δραστικές μεταλλάξεις. Δηλαδή εύλογα περιμένουμε να συμβάλλει σε τέτοιες μεταλλάξεις ο ραγδαίος ανασχηματισμός του ενδιαιτήματος (habitat), όταν μάλιστα συνδυάζεται μ’ επισιτιστικά συστήματα εντατικής καλλιέργειας ή μεγάλων αποστάσεων. Λόγου χάρη στις υγρές υποτροπικές περιοχές της νότιας Κίνας και της Νοτιοανατολικής Ασίας, και σε πολλά άλλα μέρη. 


Δεύτερον, οι συνθήκες που ευνοούν τη γοργή μετάδοση μέσω ξενιστών ποικίλλουν. Στις πυκνοκατοικημένες περιοχές οι ανθρώπινοι πληθυσμοί μοιάζουν πιο ευάλωτοι. Είναι γνωστό ότι οι επιδημίες της ιλαράς σαρώνουν στα μεγάλα αστικά κέντρα ενώ εκλείπουν γρήγορα στις αραιοκατοικημένες περιοχές. Το πώς οι άνθρωποι αλληλεπιδρούν μεταξύ τους, πώς μετακινούνται, πειθαρχούν ή αντίθετα ξεχνούν να πλύνουν τα χέρια τους επηρεάζει τη μετάδοση των ασθενειών. Τα τελευταία χρόνια ο SARS, η γρίπη των πτηνών και η γρίπη των χοίρων φαίνεται πως ξεκινήσαν από την Κίνα ή τη Νοτιοανατολική Ασία. Η Κίνα πλήγηκε βαριά και πέρυσι από την πανώλη των χοίρων, που έφερε μαζική σφαγή των γουρουνιών και άνοδο της τιμής του χοιρινού. 

Δεν τα λέω όλα αυτά για να κατηγορήσω την Κίνα. Υπάρχουν πολλά άλλα μέρη με περιβαλλοντικές συνθήκες που διευκολύνουν τη μετάλλαξη και μετάδοση ιών. Η ισπανική γρίπη του 1918 μάλλον ξεκίνησε από το Κάνσας και ο ιός του AIDS από την Αφρική, απ’ όπου ήρθαν σίγουρα ο ιός του Δυτικού Νείλου και ο Έμπολα, ενώ ο δάγκειος πυρετός μοιάζει να ενδημεί στη Λατινική Αμερική. Ωστόσο οι οικονομικές και δημογραφικές επιπτώσεις της εξάπλωσης ενός ιού εξαρτώνται από προϋπάρχουσες αδυναμίες και τρωτά σημεία του κυρίαρχου οικονομικού μοντέλου. Δεν απόρησα που ο COVID-19 εντοπίστηκε πρώτα στη Γουχάν (μολονότι αγνοούμε αν πράγματι ξεκίνησε από εκεί). Οπωσδήποτε οι συνέπειες σε τοπικό επίπεδο θα ήταν σημαντικές, και αφού η Κίνα είναι μεγάλο κέντρο παραγωγής ίσως να υπήρχαν και παγκόσμιες οικονομικές επιπτώσεις (αν και δεν είχα ιδέα για το μέγεθος τους). 


Τα μεγάλα ερωτήματα ήταν πώς γίνονταν η επιμόλυνση και η εξάπλωση του ιού, και πόσο θα διαρκούσε η επιδημία (ώσπου να βρεθεί εμβόλιο). Η εμπειρία είχε ήδη δείξει ένα από τα μειονεκτήματα της αυξανόμενης παγκοσμιοποίησης, ότι δεν μπορούμε να σταματήσουμε τη γοργή εξάπλωση νέων ασθενειών πέρα από τα σύνορα. Ζούμε σ’ έναν κόσμο όπου όλα συνδέονται και σχεδόν όλοι ταξιδεύουν. Τ’ ανθρώπινα δίκτυα μέσω των οποίων μπορεί να διαδοθεί ένας ιός είναι αμέτρητα και ανοιχτά. Ο κίνδυνος (οικονομικός και δημογραφικός) ήταν μην τυχόν η διακοπή διαρκούσε έναν ολόκληρο χρόνο ή και περισσότερο.


Ενώ μόλις κυκλοφόρησε η είδηση τα παγκόσμια χρηματιστήρια έπεφταν επι έναν και παραπάνω μήνα, έπειτα, ώ του θαύματος, οι αγορές έσπασαν ξανά ρεκόρ. Στις ειδήσεις η οικονομία προχωρούσε κανονικά παντού αλλού εκτός από την Κίνα. Κοινή πεποίθηση έμοιαζε να είναι ότι θα ζούσαμε μια επανάληψη του SARS, που τελικά αποδείχτηκε εύκολο να περιοριστεί και είχε μικρό παγκόσμιο αντίκτυπο -παρ’ όλο το υψηλό ποσοστό θνησιμότητάς του- μολονότι προκάλεσε αδικαιολόγητο (όπως είδαμε εκ των υστέρων) πανικό στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Όταν εμφανίστηκε ο COVID-19 η δεσπόζουσα αντίδραση ήταν να τον παρουσιάσουν σαν δήθεν επανάληψη του SARS, καθιστώντας κάθε πανικό περιττό. Το γεγονός ότι η επιδημία μαινόταν στην Κίνα, που γρήγορα πήρε αδυσώπητα μέτρα για να περιορίσει τις επιπτώσεις της, έκανε τον υπόλοιπο κόσμο να παρεξηγήσει το πρόβλημα σαν κάτι που δήθεν συνέβαινε "κάπου εκεί πέρα", και ως εκ τούτου πολύ μακριά για να μας αφορά εμας (συνοδεύτηκε μάλιστα από αντικινεζική ξενοφοβία σ’ ορισμένα μέρη του κόσμου). 


Το πλήγμα που κατάφερε ο ιός στη μέχρι πρότινος θριαμβευτική αναπτυξιακή πορεία της Κίνας προκάλεσε μέχρι και αγαλλίαση σε συγκεκριμένους κύκλους της αμερικανικής κυβέρνησης. Ωστόσο άρχισαν να κυκλοφορούν ειδήσεις πως παγκόσμιες αλυσίδες παραγωγής που περνούσαν από τη Γουχάν διακόπτονταν. Γενικά οι αγνοήθηκαν ή αντιμετωπίστηκαν σαν προβλήματα συγκεκριμένων προϊόντων ή εταιριών, όπως της Apple. Οι απαξιώσεις ήταν τοπικά εστιασμένες, μεμονωμένες και όχι συστημικές. Οι ενδείξεις πτώσης της καταναλωτικής ζήτησης επίσης υποτιμήθηκαν, μολονότι επιχειρήσεις με σημαντική δραστηριότητα στην κινεζική εγχώρια αγορά, όπως τα McDonalds και τα Starbucks, αναγκάστηκαν να κλείσουν προσωρινά. Το ότι η κινέζικη πρωτοχρονιά συνέπεσε με το ξέσπασμα της επιδημίας συγκάλυψε τις επιπτώσεις τον Ιανουάριο. Ο εφησυχασμός όμως ήταν μεγάλο λάθος.


Αρχικά τα νέα για την παγκόσμια διασπορά του ιού έρχονταν σποραδικά, κι αφορούσαν τη σοβαρή επιδημία στη Νότια Κορέα και άλλα μέρη όπως το Ιράν. Η εξάπλωσή της στην Ιταλία πυροδότησε την πρώτη βίαιη αντίδραση. Η πτώση του χρηματιστήριου ξεκίνησε μέσα Φεβρουαρίου. Μετά από κάποια σκαμπανεβάσματα μέχρι τα μέσα Μαρτίου οι χρηματιστηριακές αγορές παγκοσμίως έπεσαν σχεδόν 30%. Η εκθετική αύξηση των κρουσμάτων προκάλεσε πανικό και συχνά ασυνάρτητες αντιδράσεις. Μπροστά στην απειλή σωρών αρρώστων και νεκρών ο Τραμπ σαν τον βασιλιά Κανούτο μαστίγωνε τα κύματα. Κάποιες αντιδράσεις ήταν περίεργες. Το να βάλεις την κεντρική τράπεζα να χαμηλώσει τα επιτόκια για ν’ αντιμετωπίσεις έναν ιό έμοιαζε περίεργο, ακόμα και αν η κίνηση αυτή προφανώς ήθελε να μετριάσει τις επιπτώσεις στην αγορά και όχι ν’ ανακόψει την πανδημία. 


Οι αρχές και τα δημόσια συστήματα υγείας σχεδόν παντού αποδείχτηκαν ανήμπορα. Σαράντα χρόνια νεοφιλελευθερισμού σ’ ολόκληρη την Αμερική και την Ευρώπη είχαν αφήσει τους πολίτες εντελώς ανυπεράσπιστους και το σύστημα ανέτοιμο ν’ αντιμετωπίσει μια υγειονομική κρίση τέτοιου μεγέθους, μολονότι οι προηγούμενες επιδημίες του SARS και του Έμπολα μας είχαν αρκετά προειδοποιήσει και είχαν δείξει σαφώς τι έπρεπε να γίνει. Σε πολλές χώρες του υποτιθέμενου «πολιτισμένου» κόσμου η αυτοδιοίκηση και οι κρατικές αρχές, που σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης στήνουν πάντοτε την πρώτη γραμμή άμυνας στη δημόσια υγεία και ασφάλεια, χρόνια υποχρηματοδοτούνταν εξαιτίας μιας λιτότητας σχεδιασμένης για να χρηματοδοτεί φοροελαφρύνσεις κι επιδοτήσεις των επιχειρήσεων και των πλουσίων. 

Οι μεγάλες φαρμακoβιομηχανίες πάλι ενδιαφέρονται ελάχιστα, αν όντως νιάζονται, να επενδύσουν σε μη κερδοφόρες έρευνες για μολυσματικές ασθένειες, κι εδώ εντάσσεται η κατηγορία των κορωνοϊών, που ήταν ήδη γνωστοί απ’ τη δεκαετία του 1960. Η φαρμακοβιομηχανία σπάνια επενδύει στην πρόληψη. Δεν έχει συμφέρον να επενδύσει για ν’ αποτραπούν υγειονομικές κρίσεις. Λατρεύει ν’ ανακαλύπτει νέες θεραπείες. Όσο πιο άρρωστοι είμαστε, τόσο περισσότερο κερδίζει. Η πρόληψη δεν αυξάνει τα κέρδη των μετόχων. Μπορεί ακόμα και να τα μειώνει. Το επιχειρηματικό μοντέλο που εφαρμόστηκε στη δημόσια παροχή υπηρεσιών υγείας μάλιστα εξάλειψε τ’ αποθέματα που θα επέτρεπαν ν’ αντιμετωπιστεί μια έκτακτη ανάγκη. 


Ακόμη χειρότερα, ο τομέας της πρόληψης δεν ήταν καν αρκετά δελεαστικός ώστε να δικαιολογήσει συμπράξεις δημοσίου και ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ). Ο Τραμπ είχε νωρίτερα περικόψει τον προϋπολογισμό του αμερικανικού Κέντρου Ελέγχου Ασθενειών (Center for Disease Control), και διέλυσε την ομάδα εργασίας του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας για τις πανδημίες με την ίδια λογική που μείωσε κάθε χρηματοδότηση της έρευνας, ακόμη και για την κλιματική αλλαγή. Αν ήθελα να μιλήσω μεταφορικά και ανθρωπομορφικά, θα έλεγα ότι ο COVID-19 είναι η εκδίκηση της φύσης για τα σαράντα και περισσότερα χρόνια ωμής κακοποίησής της στα χέρια ενός ακραίου και αποχαλινωμένου νεοφιλελεύθερου εξορυκτικισμού.


Ίσως και να είναι απλή σύμπτωση ότι οι λιγότερο νεοφιλελεύθερες χώρες, όπως η Κίνα και η Νότια Κορέα, η Ταϊβάν και η Σιγκαπούρη, για την ώρα βγαίνουν από την πανδημία σε καλύτερη κατάσταση από την Ιταλία, μολονότι αυτό δεν ισχύει πάντοτε, όπως δείχνει το παράδειγμα του Ιράν. Ενώ υπάρχουν πολλές ενδείξεις ότι αρχικά η Κίνα αντιμετώπισε τον SARS μάλλον άσχημα, συχνά με συγκάλυψη και άρνηση, πάντως αυτήν τη φορά ο Πρόεδρος Τσι κινήθηκε γρήγορα κι έδωσε εντολή για διάφανη πληροφόρηση κι ελέγχους, όπως έκανε άλλωστε και η Νότια Κορέα. Όντως στην Κίνα χάθηκε πολύτιμος χρόνος (λίγες μόνον ημέρες μπορούν να κάνουν τη διαφορά). Αξίζει όμως να σημειωθεί ότι η επιδημία περιορίστηκε στην επαρχία Χουμπάι, μ’ επίκεντρο τη Γουχάν. Δεν εξαπλώθηκε με την ίδια σφοδρότητα στο Πεκίνο ή στα δυτικά, ή προς το νότο. Τέλη Μαρτίου η Κίνα ανακοίνωνε πως δεν είχε νέους φορείς στο Χουμπάι και η Βόλβο δήλωνε ότι η παραγωγή της ξανάρχιζε κανονικά, ενώ οι αυτοκινητοβιομηχανίες στον υπόλοιπο κόσμο διέκοπταν τη λειτουργία τους. 


Τα μέτρα για ν’ ανασχεθεί γεωγραφικά ο ιός στην Κίνα ήταν πολλά και περιοριστικά (όπως κι έπρεπε να είναι). Θα ήταν δύσκολο να εφαρμοστούν αλλού, για λόγους πολιτικούς, οικονομικούς και πολιτισμικούς. Οι ειδήσεις που έχουμε δείχνουν ότι η Κίνα επέβαλε μάλλον σκληρές πολιτικές αντιμετώπισης. Μαζί με τη Σιγκαπούρη χρησιμοποιήσαν αυταρχικές τεχνικές παρακολούθησης, σε βαθμό επεμβατικό. Ωστόσο φαίνεται ότι συνολικά ήταν εξαιρετικά αποτελεσματικές και, σύμφωνα με τα διαθέσιμα μοντέλα, αν αυτά τα μέτρα είχαν ληφθεί λίγες ημέρες νωρίτερα πολλοί θάνατοι ίσως να είχαν αποφευχθεί. Είναι σημαντικό σ’ οποιαδήποτε αύξηση εκθετικού ρυθμού το σημείο καμπής πέρα ​​απ’ το οποίο τα κρούσματα πολλαπλασιάζονται ανεξέλεγκτα (σημειώστε εδώ, πάλι, τη σημασία της σχέσης απολύτων αριθμών με ρυθμό πολλαπλασιασμού). Το ότι ο Τραμπ καθυστέρησε εβδομάδες σχεδόν σίγουρα θα κοστίσει πολλές ανθρώπινες ζωές


Οι οικονομικές επιπτώσεις της επιδημίας ήδη εξαπλώνονται ανεξέλεγκτα σ’ όλο τον κόσμο. Τα πλήγματα που έσπασαν τις αλυσίδες παραγωγής αξίας των μεγάλων επιχειρήσεων, καθώς και διάφορους τομείς της οικονομιας, αποδείχθηκαν πιο συστημικής φύσης και πιο σημαντικά απ’ ό,τι είχε αρχικά προβλεφθεί. Μακροπρόθεσμη συνέπεια ίσως να είναι η συντόμευση των αλυσίδων εφοδιασμού ή η διαφοροποίησή τους, με στροφή προς μορφές παραγωγής χαμηλότερης έντασης εργασίας (πράγμα που θα έχει τεράστιες συνέπειες στην απασχόληση) και στηριγμένες μάλλον σε παραγωγικά συστήματα τεχνητής νοημοσύνης. Η διάσπαση των αλυσίδων παραγωγής συνεπάγεται επίσης απολύσεις ή διαθεσιμότητες εργαζομένων, επομένως ρίχνει την τελική ζήτηση, ενώ η μικρότερη ζήτηση πρώτων υλών μειώνει την παραγωγική κατανάλωση. Αυτές οι επιπτώσεις στη ζήτηση από μόνες τους θα μπορούσαν να προκαλέσουν μια ήπια ύφεση.


Ωστόσο οι μεγαλύτερες αδυναμίες βρίσκονταν αλλού. Οι μορφές καταναλωτισμού που άνθισαν μετά το 2007-8, βασισμένες στην ελαχιστοποίηση του χρόνου από την παραγωγή στην κατανάλωση, κατέρρευσαν με καταστροφικές συνέπειες. Η πληθώρα επενδύσεων σ’ αυτές τις μορφές αποτύπωνε πρώτιστα την ανάγκη μέγιστης δυνατής απορρόφησης όγκων κεφαλαίου εκθετικά αυξανόμενων σε μορφές καταναλωτισμού που ενείχαν την ταχύτερη δυνατή περιστροφή του κεφαλαίου. Εμβληματικό παράδειγμα ο διεθνής τουρισμός. Τα διεθνή ταξίδια αυξήθηκαν μεταξύ του 2010 και του 2018 από 800 εκατομμύρια σε 1.400. Τέτοιες μορφές άμεσου «βιωματικού» καταναλωτισμού απαιτούσαν τεράστιες επενδύσεις σε υποδομές, αεροδρόμια, αεροπορικές εταιρείες, ξενοδοχεία κι εστιατόρια, θεματικά πάρκα, πολιτιστικές εκδηλώσεις κλπ. 


Αυτός ο τόπος συσσώρευσης κεφαλαίου είναι οριστικά τελειωμένος. Οι αεροπορικές εταιρείες κοντεύουν να πτωχεύσουν, τα ξενοδοχεία μένουν άδεια, κι επίκειται μαζική ανεργία στον τουριστικό τομέα. Δεν είναι καλή ιδέα τώρα πια να βγαίνεις έξω για φαγητό, συνεπώς εστιατόρια και μπαρ σε πολλά μέρη έχουν κλείσει. Ακόμη και το φαγητό «σε πακέτο» φαίνεται επικίνδυνο. Στρατιές περιστασιακά εργαζομένων με μπλοκάκι ή σ’ επισφαλείς τομείς απολύονται και μένουν χωρίς στοιχειώδη μέριμνα. Εκδηλώσεις όπως φεστιβάλ, αθλητικά τουρνουά, συναυλίες, επιχειρηματικά κι επαγγελματικά συνέδρια ματαιώνονται, ακόμη και πολιτικές συγκεντρώσεις. Τέτοιες επικεντρωμένες στο event μορφές βιωματικού καταναλωτισμού έχουν βάλει λουκέτο. Τα έσοδα της τοπικής αυτοδιοίκησης ισοπεδώνονται. Πανεπιστήμια και σχολεία κλείνουν. 


Στις παρούσες συνθήκες το προηγμένο μοντέλο του σύγχρονου καπιταλιστικού καταναλωτισμού μάλλον δεν μπορεί να λειτουργήσει. Ο "αντισταθμιστικός καταναλωτισμός", όπως τον περιέγραφε ο Aντρέ Γκορζ, στον οποίο οι αλλοτριωμένοι εργαζόμενοι υποτίθεται ότι ανακτούσαν το ηθικό τους μ’ ένα πακέτο διακοπών σε τροπικά νησιά, έχασε την αίγλη του.


Οι σύγχρονες καπιταλιστικές οικονομίες είναι μέχρι και τα τέσσερα πέμπτα βασισμένες στον καταναλωτισμό. Καθώς τα τελευταία σαράντα χρόνια κλειδί για τη δημιουργία ενεργής ζήτησης ήταν το αίσθημα αυτοπεποίθησης των καταναλωτών, το κεφάλαιο κινείται ολοένα περισσότερο με βάση την καταναλωτική ζήτηση και τις ανάγκες. Αυτή η πηγή οικονομικής ενέργειας δεν γνώρισε απότομες διακυμάνσεις (μ’ ελάχιστες εξαιρέσεις, όπως η ηφαιστειακή έκρηξη στην Ισλανδία που διέκοψε για μερικές εβδομάδες τις υπερατλαντικές πτήσεις). Ωστόσο ο Covid-19 δεν εφερε απλά μια άγρια ανατάραξη, αλλά τσάκισε την καρδιά του μοντέλου καταναλωτισμού που κυριαρχούσε στις εύπορες χώρες. 

Η σπειροειδούς μορφής αέναη συσσώρευση κεφαλαίου κατέρρευσε, πρώτα σ’ ένα μέρος του κόσμου και μετά σ’ όλα τ’ άλλα. Μπορεί να σωθεί μόνο με κυβερνητική χρηματοδότηση κι έναν φτιαχτό απ’ το τίποτα μαζικό καταναλωτισμό. Αυτό θ’ απαιτήσει κοινωνικοποίηση, για παράδειγμα, ολόκληρης της οικονομίας στις ΗΠΑ, χωρίς όμως να τ’ ονομάσουν σοσιαλισμό. Σε κάθε περίπτωση, ο μέχρι πρότινος διαδεδομένος σκεπτικισμός για το αν χρειαζόμαστε κυβέρνηση μ’ ευρείες εξουσίες έχει εξατμιστεί, και η διαφορά μεταξύ καλών και κακών κυβερνήσεων ολοένα περισσότερο αναγνωρίζεται. Το να έχουμε κυβερνήσεις υποτελείς στα συμφέροντα ομολογιούχων και χρηματιστών (όπως συμβαίνει από το 2007-8) φαίνεται να είναι κακή ιδέα, ακόμη και για τους ίδιους τους χρηματιστές.


Υπάρχει ο βολικός μύθος, ότι δήθεν οι μολυσματικές ασθένειες δεν ξεχωρίζουν τάξεις, κοινωνικούς φραγμούς και αποκλεισμούς. Όπως πολλές τέτοιες ιδέες, έχει κάποια αλήθεια κι αυτό. Οι επιδημίες χολέρας του δέκατου ένατου αιώνα έσπαζαν τόσο ολοφάνερα τους ταξικούς φραγμούς ώστε προκάλεσαν ένα υγειονομικό κίνημα (αποτυπώθηκε και στην ανάπτυξη επαγγελμάτων υγείας) που διήρκεσε ως σήμερα. Το αν επιδίωκε να προστατεύσει όλους ή μόνο τις ανώτερες τάξεις δεν ήταν πάντοτε σαφές. Αλλά ο σημερινός ιός έχει τόσο διαφορετικές οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις και αντίκτυπο ανάλογα με την τάξη που λένε μια άλλη ιστορία. Διηθούνται μέσω "εθιμικών" διακρίσεων που είναι πανταχού παρούσες. Πρώτα πρώτα το εργατικό δυναμικό απ’ το οποίο περιμένουν περίθαλψη οι ολοένα πολυπληθέστεροι ασθενείς στα περισσότερα μέρη του κόσμου έχει φύλο, ράτσα κι εθνικότητα. Αντικατοπτρίζει το εργατικό δυναμικό που συναντούμε, για παράδειγμα, στ’ αεροδρόμια και σ’ άλλους τομείς της αλυσίδας ανεφοδιασμού. Τούτη η "νέα εργατική τάξη", που πολεμά στην πρώτη γραμμή, επωμίζεται τώρα διπλό βάρος. Αφενός κινδυνεύει περισσότερο ν’ αρρωστήσει στη δουλειά της, και αφετέρου απολύεται και μένει στην ψάθα εξαιτίας της οικονομικής συρρίκνωσης που φέρνει ο ιός. 


Για παράδειγμα, τίθεται το ερώτημα ποιος έχει την πολυτέλεια να εργαστεί απ’ το σπίτι και ποιος όχι. Αυτό δείχνει ακόμη καθαρότερα την κοινωνική ρηγμάτωση, όπως και το ερώτημα ποιος μπορεί ν’ αντέξει οικονομικά την απομόνωση ή την καραντίνα (με ή χωρίς μισθό) σε μια επιδημία. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο ονόμασα τους σεισμούς στη Νικαράγουα (1973) και στο Μεξικό (1985) ταξικούς σεισμούς (class-quakes). Παρόμοια και η εξέλιξη του κορονοϊού παρουσιάζει όλα τα χαρακτηριστικά μιας πανδημίας μ’ έντονες τις διαστάσεις της τάξης, του φύλου και της εθνικότητας.


Ενώ οι προσπάθειες μετριασμού κρύβονται πίσω από τη ρητορική ότι δήθεν «όλοι μαζί ταξιδεύουμε στην ίδια βάρκα», οι πρακτικές, ιδιαίτερα των κυβερνήσεων, δείχνουν λιγότερο ευγενή κίνητρα. Η σύγχρονη εργατική τάξη στις ΗΠΑ (κυρίως αφροαμερικάνοι, λατινοαμερικάνοι και μισθοσυντήρητες γυναίκες) αντιμετωπίζει το δίλημμα είτε να νοσήσει φροντίζοντας άλλους και κρατώντας ανοιχτά τ’ απαραίτητα καταστήματα όπως σούπερ μάρκετ, είτε ν’ αντιμετωπίσει την ανεργία χωρίς παροχές (λόγου χάρη επαρκή υγειονομική περίθαλψη). Από την άλλη μεριά οι μισθωτοί (όπως εγώ) εργάζονται από το σπίτι και αμείβονται ακριβώς όπως και πριν, ενώ οι επιχειρηματίες ταξιδεύουν με ιδιωτικά τζετ και ελικόπτερα.


Οι εργαζόμενοι στα περισσότερα μέρη του κόσμου έχουν εδώ και πολύ καιρό κοινωνικοποιηθεί στο να συμπεριφέρονται ως καλοί υπήκοοι του νεοφιλελευθερισμού (με άλλα λόγια, αν κάτι πάει στραβά κατηγορούν τον εαυτό τους ή το θεό, αλλά ποτέ δεν τολμούν να πουν ότι ο καπιταλισμός μπορεί να είναι το πρόβλημα). Αλλά ακόμη και οι καλοί υπήκοοι του φιλελευθερισμού μπορούν να δουν ότι κάτι πάει στραβά στο πώς αντιμετωπίζεται η πανδημία.


Το μεγάλο ερώτημα είναι, πόσο καιρό θα συνεχιστεί αυτό; Θα μπορούσε να πάρει ένα χρόνο και παραπάνω, και όσο περισσότερο διαρκέσει τόσο μεγαλύτερη θα είναι η απαξίωση, συμπεριλαμβανομένης και αυτής του εργατικού δυναμικού. Οι δείκτες ανεργίας κατά πάσα πιθανότητα θα τιναχθούν σ’ επίπεδα συγκρίσιμα με κείνα της δεκαετίας του 1930, εάν δεν γίνουν σημαντικές κρατικές παρεμβάσεις αντίδρομες στο νεοφιλελεύθερο ρεύμα. Οι άμεσες προεκτάσεις στην οικονομία και την καθημερινή κοινωνική ζωή είναι πολλαπλές. Δεν είναι όλες κακές. Στο βαθμό που ο σύγχρονος καταναλωτισμός αποχαλινωνόταν πλησίαζε αυτό που ο Μαρξ περιέγραφε ως "ξέφρενη υπερκατανάλωση, τερατώδη και αλλόκοτη, που δείχνει πόσο είναι ετοιμόρροπο" ολόκληρο το σύστημα. 


Η απερίσκεπτη υπερκατανάλωση συνέβαλε σημαντικά στην καταστροφή του περιβάλλοντος. Η ακύρωση των αεροπορικών πτήσεων και ο δραστικός περιορισμός των μεταφορών και των μετακινήσεων ήδη μείωσαν τις εκπομπές ρύπων θερμοκηπίου. Η ποιότητα του αέρα ήδη βελτιώθηκε πολύ στη Γουχάν, αλλά και σε πολλές αμερικανικές πόλεις. Οι οικοτουριστικές περιοχές θα βρούν επίτέλους λίγο χρόνο να συνέλθουν απ’ το αδιάκοπο ποδοβολητό. Οι κύκνοι ξαναγύρισαν στα κανάλια της Βενετίας. Στο βαθμό λοιπόν που η προτίμησή μας για τον απερίσκεπτο και ανούσιο υπερκαταναλωτισμό μειώνεται, θα μπορούσαν να υπάρξουν μακροπρόθεσμα οφέλη. Λιγότεροι θάνατοι στο Έβερεστ είναι καλό νέο. Και παρ’όλο που κανείς δεν το ξεστομίζει δυνατά, η δημογραφική προτίμηση του ιού ίσως αγγίξει τελικά την ηλικιακή πυραμίδα, επηρεάζοντας μακροπρόθεσμα τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης και το μέλλον της "βιομηχανίας φροντίδας ηλικιωμένων". Η καθημερινή ζωή θα επιβραδυνθεί, και για μερικούς ανθρώπους αυτό θα είναι ευλογία. Οι κανόνες αποφυγής του κοινωνικού συγχρωτισμού θα μπορούσαν, αν η κατάσταση ανάγκης διαρκέσει αρκετά, να φέρουν πολιτισμικές αλλαγές. Η μόνη μορφή βιωματικού καταναλωτισμού που θα βγει σχεδόν σίγουρα κερδισμένη είναι η οικονομία του Netflix, όπως την ονομάζω, αλλ’ αυτή εξυπηρετεί μανιώδεις τηλεθεατές που έτσι και αλλιώς υπήρχαν.


Στο μέτωπο της οικονομίας, οι αντιδράσεις εξαρτήθηκαν από το πώς έγινε η έξοδος από την κρίση του 2007-8. Συμπεριλάμβαναν ακραία χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής και διάσωση των τραπεζών συνδυασμένη με δραματική επέκταση της παραγωγικής κατανάλωσης μέσω της τεράστιας αύξησης επενδύσεων υποδομής στην Κίνα, η οποία ωστόσο τώρα δεν μπορεί να επαναληφθεί, όπως συνέβη την προηγούμενη περίοδο, στην αναγκαία κλίμακα. Τα πακέτα διάσωσης το 2008 επικεντρώθηκαν στις τράπεζες, αλλά επίσης συμπεριέλαβαν τη ντεφάκτο εθνικοποίηση της General Motors. Είναι ίσως σημαντικό ότι σήμερα, ενόψει της εργατικής αναταραχής και της κατακόρυφης πτώσης της ζήτησης, οι τρεις μεγάλες αυτοκινητοβιομηχανίες του Ντητρόιτ κλείνουν, τουλάχιστον προσωρινά. 


Αν τώρα η Κίνα αδυνατεί να παίξει ξανά το ρόλο που είχε παίξει το 2007-8, το βάρος της εξόδου από την οικονομική κρίση πέφτει στις ΗΠΑ, κι εδώ έχουμε την κορυφαία ειρωνεία: οι μόνες πολιτικές που θ’ αποδώσουν, από οικονομική όσο και πολιτική άποψη, είναι πολύ πιο σοσιαλιστικές απ’ ό,τι θα μπορούσε ποτέ να προτείνει ο Μπέρνι Σάντερς, και αυτά τα προγράμματα διάσωσης θα πρέπει να τα ξεκινήσει ο Ντόναλντ Τραμπ, πιθανότατα προτάσσοντας το κλασικό του σύνθημα, Make America Great Again. Όλοι οι Ρεπουμπλικάνοι, που τόσο άγρια εναντιώθηκαν στη διάσωση του 2008, θα πρέπει είτε να ρίξουν τα μουτρα τους είτε ν’ αντιταχθούν στον Τραμπ. Αλλ’ αυτός μάλλον θ’ ακυρώσει τις εκλογές επικαλούμενος κατάσταση ανάγκης, και θ’ ανακοινώσει μια αυτοκρατορική προεδρία με αυξημένες εξουσίες για να σωθούν το κεφάλαιο και ο κόσμος όλος από τις ταραχές και την επανάσταση. 


Εάν οι μόνες πολιτικές που λειτουργούν είναι σοσιαλιστικές, τότε η άρχουσα ολιγαρχία αναμφίβολα θα προσπαθήσει να τις κάνει εθνικοσοσιαλιστικές και όχι σοσιαλιστικές. Καθήκον της αντικαπιταλιστικής πολιτικής είναι να μην αφήσουμε να συμβεί κάτι τέτοιο.

Karl Hofer, Γερμανία 1949, Νύχτα ερειπίων.

0 views
This site was designed with the
.com
website builder. Create your website today.
Start Now